Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τα προβλήματα του δικηγορικού επαγγέλματος στη Μ. Βρετανία



Όποιος νομίζει ότι τα προβλήματα «υπερπληθωρισμού» των δικηγόρων, εύρεσης εργασίας, επαγγελματικής αποκατάστασης, είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, κάνει λάθος. Πρόσφατο αναλυτικό δημοσίευμα των Times του Λονδίνου, αποκαλύπτει σε όλο του το μέγεθος, το μεγάλο πρόβλημα απορρόφησης που αντιμετωπίζουν οι απόφοιτοι των Νομικών σχολών στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε μια από τις «προνομιούχες» ως τώρα, ευρωπαϊκές νομικές οικογένειες, το Ηνωμένο Βασίλειο.
Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα με κεντρικό τίτλο Πτυχία Νομικής: Σπατάλη χρημάτων;, «χιλιάδες απόφοιτοι των Βρετανικών Νομικών σχολών είναι πλέον πολύ δύσκολο να βρούν θέση για άσκηση και εργασία στο δικηγορικό επάγγελμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος της αγγλικής έγκριτης εφημερίδας, υπάρχουν 17.500 απόφοιτοι των Νομικών σχολών αλλά προσφέρονται μόλις 5.000 θέσεις άσκησης και εργασίας στις δικηγορικές-νομικές εταιρείες.
      Λόγω του ενδιαφέροντος που έχει το θέμα και για τα ελληνικά δεδομένα, παραθέτουμε, χωρίς σχόλια, το εκτενές και αναλυτικό δημοσίευμα, με τις αναγκαίες διευκρινήσεις για τις ιδιαιτερότητες της δικηγορίας στην Μ. Βρετανία και τον διαχωρισμό της σε δύο κλάδους: Barristers και Solicitors.*
                                                        Από το Γραφειο Τύπου





Απόσπασμα από την εφημερίδα «The Times» της 18/8/2014


Πτυχίο νομικής: Είναι σπατάλη χρημάτων?

Χιλιάδες απόφοιτοι της νομικής είναι αδύνατον να βρουν μια θέση εργασίας. Έχουν εξαπατηθεί?

Από την ηλικία των 10, όταν είπε στη μητέρα της ότι θέλει να γίνει δικηγόρος, η Charlotte Wheeler εστίασε στην επιλεγμένη καριέρα της. Από το σχολείο έχτισε ένα εντυπωσιακό βιογραφικό επαγγελματικής εμπειρίας προτού σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Swansea. Δημιούργησε το “Advocacy Foundation” που κάνει εικονικές δίκες σε όλη την χώρα.
Πήγε στη Σχολή του Δικηγορικού Συλλόγου και σε μία επίσημη τελετή δήλωσε: Οι γονείς μου δεν πήγαν στο πανεπιστήμιο και είναι πολύ περήφανοι για μένα.
Ηταν, τεχνικά,  δικηγόρος αλλά για να κάνει την πρακτική της άσκηση έπρεπε να βρει ένα δικηγορικό γραφείο(barrister)*. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε με τις αιτήσεις της. «Το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω δικηγόρος. Ήξερα πόσο ανταγωνιστικό ήταν να βρω θέση για άσκηση αλλά δεν νομίζω ότι έχει επισημανθεί ιδιαίτερα η δυσκολία. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα προφανές μόλις βγαίνεις από τη σχολή, όπου εκατοντάδες άτομα ψάχνουν για άσκηση-μαθητεία αλλά μόνο λίγα τα καταφέρνουν. Βοηθάει το αν είναι κάποιος από την οικογένεια δικηγόρος.
Τα στατιστικά είναι απογοητευτικά. Περισσότεροι από 17.500 απόφοιτοι Νομικών Σχολών αναζητούν συμβόλαια άσκησης σε περίπου 5.000 δικηγορικές εταιρείες(solicitors)  και μαθητεία  σε άλλα περίπου 400 δικηγορικά γραφεία(barristers). Ανταγωνίζονται και απόφοιτους παλαιότερων ετών που εξακολουθούν να αναζητούν εργασία. Ο αριθμός μαθητευόμενων δικηγόρων για barrister με τα χρόνια έχει πέσει από τους 695 το 2001, στους 429 το 2013, και ο αριθμός των συμβάσεων άσκησης για όσους θέλουν να γίνουν δικηγόροι-solicitors από τις 6.000 το 2008 στις 5.200 το 2013.
Εικοσιπέντε χρονών τώρα η Wheeler – Smith είναι τυχερή: Βρήκε καλή δουλειά σε μία από τις καλύτερες εταιρείες του Λονδίνου. Αλλά αυτό είναι, σχεδόν βέβαιο το τέλος των προσδοκιών της να γίνει δικηγόρος(barrister).
Πολλοί άλλοι αγωνίζονται να βρουν οποιαδήποτε νομική εργασία. Η Kate Dunn, 23 ετών, η οποία επίσης κλήθηκε το 2013 στην Σχολή του Δικηγορικού Συλλόγου(Barristers) το 2013, και απέτυχε να βρει μια θέση για άσκηση αφού προσπαθούσε για δύο χρόνια, βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία οργάνωσης εκδηλώσεων και μετά βρήκε δουλειά σε μια νομική εταιρεία, στο τμήμα μάρκετινγκ. Εγκατέλειψε τις ελπίδες της να γίνει δικηγόρος (barrister) το οποίο θα ήταν εφικτό μόνο αν είχε τα κατάλληλα οικονομικά μέσα.
Δεν μπορούσε να δουλέψει ως βοηθός ενός solicitor(σ.σ ασκούμενη) προκειμένου να αποκτήσει εμπειρία, όσο θα έκανε πάλι αιτήσεις για να βρεί μια θέση άσκησης ως barrister γιατί έπρεπε να αποπληρώσει το δάνειο των 20.000 που είχε πάρει για τις σπουδές της.
“Τα χρήματα από την εργασία ως βοηθός solicitor δεν είναι αρκετά για να ζήσω στο Λονδίνο, έτσι έπρεπε να τα παρατήσω όλα», λέει. «Είναι πολύ δύσκολο να συντηρήσεις τον εαυτό σου και ταυτόχρονα να προσπαθήσεις να κερδίσεις μια θέση μαθητείας για barrister. Σίγουρα χρειάζεσαι υποστήριξη από τους γονείς σου. Είμαι η πρώτη από την οικογένεια που έχει σπουδάσει. Δεν έρχομαι από μια οικογένεια που θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάποιο μέλος της θα είναι δικηγόρος. Στο Πανεπιστήμιο σου λένε ότι όλα αυτά δεν έχουν σημασία, και ότι όλα έχουν να κάνουν με την αξία και την ουσία. Αλλά δεν είναι έτσι».
Η Hannah Kinch, 31 ετών, ήταν δικηγόρος-barrister για 8 χρόνια σε ένα δικηγορικό γραφείο και λέει ότι τώρα είναι δυσκολότερο να βρεις θέση για άσκηση περισσότερο από ποτέ. Η πίεση ανεβαίνει. Δεν ζηλεύω κανέναν που βρίσκεται σε αυτήν την διαδικασία τώρα». Πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι επιλέγουν το Bar Professional Training Course (BPTC) όπου οι απόφοιτοι πρέπει να περάσουν πριν κάνουν άσκηση. «Μόνο χειρότερο μπορεί να γίνει»  λέει.
«Τα ποσοστά είναι εναντίον σου από την αρχή» λέει η Lindsay Scott, υπεύθυνη εταιρείας και μητέρα 4 παιδιών. Ήταν εν ενεργεία δικηγόρος πριν πάει στην διαχείριση νομικών υποθέσεων. «Δεν θα πρότεινα στα παιδιά μου να το κάνουν αυτό. Στο τμήμα επαγγελματικής άσκησης του Συλλόγου παίρνουν περισσότερα άτομα από όσες είναι οι κενές θέσεις που υπάρχουν για μαθητεία».
Η πρόκληση είναι εξίσου δύσκολη γι’ αυτούς που θέλουν να γίνουν δικηγόροι-solicitors.
«Καλούμε τους μαθητές να σκεφτούν προσεκτικά και να κάνουν εκτεταμένη έρευνα», λέει ο Andrew Caplen, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγγλίας(σ.σ Law Society για Solicitors). «Κάποιες εταιρείες δέχονται χιλιάδες αιτήσεις για κάθε μία θέση κατάρτισης. Πολλοί φοιτητές φεύγουν με χρέος που φτάνει τις 50.000 λίρες και χωρίς καμία εγγύηση εργασίας».
Οι περικοπές στην νομική βοήθεια, μπορεί να αποθαρρύνουν ορισμένα δικηγορικά γραφεία από το να προσλάβουν, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η οικονομική ύφεση. Εν τω μεταξύ, πολλοί φοιτητές συνεχίζουν να κάνουν αιτήσεις για σπουδάσουν νομικά στο προπτυχιακό επίπεδο και στην συνέχεια να επιλέξουν το Bar Professional Training Course (BPTC για barristers) ή το Legal Practice Course (LPC, for solicitors).
Η Baroness Deech, πρόεδρος του Bar Standards Board, λέει ότι ανησυχεί πάρα πολύ για το ότι τα κολλέγια παίρνουν πάρα πολλούς σπουδαστές. Το Συμβούλιο πίεσε να εφαρμοστεί μια δοκιμή ικανότητας των υποψηφίων για το BPTC που θα πρέπει να περάσουν προτού μπορέσουν να εγγραφούν. Θα ήθελε να δει να ανεβαίνει η βάση. «Εάνήταν στο χέρι μου  θα υπήρχε μια πολύ «σκληρή» εξέταση για την αγγλική γλώσσα. Η άσκηση του νομικού επαγγέλματος απαιτεί ικανότητα χρήσης της γλώσσας». Η επιτροπή εντούτοις φοβάται ότι αυτό θα μπορούσε να κριθεί μεροληπτική διάκριση βάσει του ευρωπαϊκού νόμου.
 «Η συμβουλή που δίνω πάντα στους σπουδαστές είναι να σπουδάζουν νομικά για την νομική» λέει η Deech. «Μπορεί να λέτε στον εαυτό σας: ‘Μπορεί να γίνω δικηγόρος ή να χρησιμοποιήσω αυτόν τον άριστο βαθμό μεταδίδοντας τις γνώσεις μου, να διδάξω, να εργαστώ σε μια οικονομική εταιρία ή σε κάποια υπηρεσία’. Πρέπει να είστε εύκαμπτοι. Είναι λάθος να λέτε: ‘Είναι αποφασισμένος να γίνω ποινικολόγος και τίποτα άλλο’». Η Deech λέει ότι αυτή η συμβουλή είναι για τους φοιτητές που έχουν επιλέξει το Legal Practice Course (LPC, for solicitors) ή έχουν κληθεί στον Σύλλογο(Βar). Αυτά τα προσόντα επιδιώκουν οι εργοδότες σε πολλά επίπεδα. «Όπως οι φιλόδοξοι μουσικοί, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι ή οι πολιτικοί, θα υπάρχουν προβλήματα στην πορεία τους και μπορεί και να μην τα καταφέρουν», λέει.
Η Sophia Dirir, Πρόεδρος του τμήματος νέων δικηγόρων λέει: «Πρέπει να περιορίσουμε τους αριθμούς. To ότι η προσφορά ξεπερνά την ζήτηση, δεν είναι καλό για κανέναν».
Tα κολλέγια είναι σχετικά απίθανο να αποτρέψουν τους σπουδαστές να παρακολουθήσουν τα προγράμματά τους και να καταβάλλουν τα υψηλά δίδακτρά τους, έτσι προτείνει να υιοθετηθεί ένα σύστημα παρόμοιο με αυτό της Βόρειας Ιρλανδίας όπου οι σπουδαστές δεν μπορούν να εγγραφούν στο LPC εάν δεν έχουν εξασφαλίσει μια συμφωνία για την κατάρτισή τους σε κάποιον δικηγόρο.
Η Dirir, λέει ότι κάποια ιδιωτικές Νομικές σχολές «επιτρέπουν στον οποιονδήποτε να σπουδάσουν το LPC(για solicitors) Δεν νομίζω ότι δίνουν στους σπουδαστές τους αρκετές πληροφορίες για μια καριέρα στο νομικό επάγγελμα. Δεν θέλουμε οι άνθρωποι να είναι χρεωμένοι χωρίς να έχουν μετά την ικανότητα να βρουν μια εργασία. Δεν θέλουμε να τους εκμεταλλευόμαστε με ψεύτικα όνειρα».
Το Πανεπιστήμιο Νομικής (το οποίο ενσωματώνεται στο Κολλέγιο Νομικής) θεωρείται η «μεγαλύτερη παγκοσμίως επαγγελματική νομική σχολή» με σχεδόν 7.000 σπουδαστές που εγγράφονται ετησίως. Η Imogen Burton, διευθύντρια της επαγγελματικής κατάρτισης στο κολλέγιο, αρνείται πως οι νομικές σχολές δίνουν θέσεις σε σπουδαστές που δεν έχουν καμία πιθανότητα να βρουν την εργασία που επιθυμούν. «Δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις τον Θεό και να πεις: ‘Δεν θα βρεις δουλειά γιατί πήρες βαθμό 2:2’ Οι συμβουλές για την σταδιοδρομία πρέπει να είναι στιβαρές, αλλά δεν μου αρέσει η ιδέα να αυξήσουμε τα εμπόδια». Οι φοιτητές πρέπει να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους, λέει. «Ακολούθα τα όνειρά σου αλλά να είσαι σκληρός με τον εαυτό σου και να τον δεις με ψυχρή ματιά. Ποτέ δεν προσποιήθηκα ότι δεν είναι δύσκολο αλλά έγινε ακόμα δυσκολότερο με την ύφεση».
 Εντούτοις, λέει, ότι μια αναλογία κατά προσέγγιση τριών σπουδαστών για κάθε σύμβαση κατάρτισης «δεν με τρομοκρατεί. Είναι σκληρό αλλά δεν είναι η καταστροφή που μερικοί άνθρωποι λένε ότι είναι».
Η Dirir έχει αντιμετωπίσει σπουδαστές που χρησιμοποιούν το LPC, δουλεύοντας ως υποδοχείς σε νομικές εταιρείες προκειμένου να έχουν κάποια πρόσβαση σε αυτές. Μια όλο και περισσότερο κοινή διαδρομή, για εκείνους που επιδιώκουν μια σύμβαση άσκησης με δικηγορικές εταιρείας(solicitors) είναι να εργαστούν ως ασκούμενοι-βοηθοί κάποιου δικηγόρου(paralegal), συνδράμοντας τον στην αρκετή γραφειοκρατική δουλειά που απαιτούν οι υποθέσεις.
Aπό τους δεκάδες συμφοιτητές του που πήραν πτυχίο Νομικής, μπορεί να θυμηθεί μόλις τρείς ή τέσσερις που έχουν συμβόλαιο άσκησης(γιά solicitor). H πλειοψηφία είναι ασκούμενοι-βοηθοί. Κάποιοι τα έχουν ήδη παρατήσει.
«Η βοηθητική δουλειά είναι ένα είδος καθαρτηρίου», λέει η Suzan Baxter(δεν είναι το πραγματικό της όνομα) που αποφοίτησε με υψηλό βαθμό το 2012 από το πανεπιστήμιο Russell Group. Ως βοηθός-ασκούμενος δικηγόρος δεν έχεις τα απαιτούμενα προσόντα, δεν μπορείς να δίνεις συμβουλές, Υπάρχει όριο στην ευθύνη σου. Η δουλειά που κάνω δεν πληρώνεται καλά».
Ο Stephen Pearson(δεν είναι το αληθινό του όνομα) 24 ετών, είχε δύο δουλειές κατά την διάρκεια των σπουδών του και το LPC. «Πάλεψα πραγματικά να βρω οποιαδήποτε εργασία νομικής, και για να κάνω άσκηση». Βρήκε δουλειά ως χειριστής υποθέσεων σε εταιρεία αναζήτησης οφειλών, αλλά γρήγορα αποθαρρύνθηκε και βαρέθηκε γιατί είχε πολύ περισσότερες ικανότητες απ’ ότι χρειαζόταν για αυτή την δουλειά. Τώρα εργάζεται σαν βοηθός σε μια δικηγορική εταιρεία όπου η δουλειά του είναι ενδιαφέρουσα και ελπίζει να εξασφαλίσει τελικά μια σύμβαση κατάρτισης. 
Ο Samuel Clague πήρε το πτυχίο νομικής και μετά πέρασε το LPC. Βλέποντας ένα χάσμα στην αγορά ίδρυσε το Stephen James Partnership, μια εταιρεία που διοικείται από δικηγόρους για να προσλάβει δικηγόρους για άσκηση. Υπάρχουν 10.000 άνθρωποι στα βιβλία του.
Λέει ότι πολλοί από τους εργαζόμενους στις μεγάλες νομικές εταιρίες που έγιναν δικηγόροι πριν χρόνια, μένουν κατάπληκτοι από τον ανταγωνισμό στην εύρεση εργασίας σήμερα. Λένε ότι οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να είναι δικηγόροι τώρα χάνουν την ευκαιρία λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού. Πολλοί λένε ότι αν προσπαθούσαν να γίνουν δικηγόροι δεν θα τα κατάφερναν.
Η συμβουλή των εκπαιδευτών στην δικηγορική εταιρεία “Bird & Bird στο Λονδίνο, είναι να μην απογοητευτεί κάποιος από το πόσο δύσκολο είναι να μπεις στο επάγγελμα. «Είναι σίγουρα δυνατό», λέει η 26χρονη Karan Aswani. “Αλλά ο τρόπος με τον οποίο μπαίνεις στο επάγγελμα έχει αλλάξει. Κάποια από τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσεις είναι πολύ πιο δύσκολα”.   
Aρκετοί φίλοι μου τα κατάφεραν. Το ερώτημα είναι πότε το έκαναν», λεεί ο Abbas Lightwalla. «Κάποιοι πρέπει να ξοδέξουν χρόνια προσπαθειών», προσθέτει.

*(σ.σ για την καλύτερη προσέγγιση του κειμένου, λόγω των διαφορών στους νομικούς όρους, διευκρινίζεται ότι η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στη Μ. Βρετανία, χωρίζεται σε δύο κλάδους: τους barristers που παρίστανται στις δίκες και εκδίδουν ειδικευμένες γνωμοδοτήσεις και τους solicitiors, που προετοιμάζουν τις υποθέσεις, ασκούν τις αγωγές και κατά κανόνα αναθέτουν υποθέσεις στους barristers).

Πηγή:dsa.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.